Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Μύηση

...Ο Βάλτερ την ακολούθησε αφήνοντας μια μικρή απόσταση και έσπρωξε με άνεση την πόρτα που είχε μπει. Τη βρήκε ακίνητη μπροστά στον ορθογώνιο καθρέφτη, ιδανικά ολοκληρωμένη, με το αθέατο μισό της ένα ορθό είδωλο που του γύριζε την πλάτη κι όμως ήταν παρόν, σαν κάτι εν δυνάμει ερωτικό, ηδονικό κι οδυνηρό συγχρόνως. Από μια μυτερή ραφή στη μέση της ανάβλυζε μια πλούσια πιέτα-για να καλύπτει τα λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής της στήλης, χύθηκε ασυγκράτητη η φαντασία του-, αυθάδικα λακκάκια, ανυποχώρητα, πελώρια αποσιωπητικά, όλο υπόσχεση και απορία, που μάταια υπονόμευε η αξιοπρέπεια. Οι λέξεις που έφταναν στη γλώσσα του τον έβρισκαν απροετοίμαστο, γνώριζαν περισσότερα απ' τον ίδιο, δεν του επέτρεπαν καμιά παρέμβαση, λες κι είχαν αυτόνομη, ξένη ζωή, που αυτός έπρεπε μάλλον να την καταλάβει παρά να την ελέγξει. Τελικά κατάφερε το δεύτερο, εμποτισμένος όμως ως το κόκκαλο από την έλξη αυτών των δύο βαθουλωμάτων με την ξεθωριασμένη του σφραγίδα. Δεν είπε τίποτα, η στιγμή αποκτούσε κυριαρχία, πορτοκαλιές λεπίδες απ' τη δύση σπάθιζαν το δωμάτιο κι αρχέγονα άτομα αψιμαχούσαν απάνω τους σαν πρώτη ύλη που ανέβραζε στο κενό.
Η ολόχρυση σπαθιά τον χτύπησε στα μάτια, σχηματίζοντας μια αδιάφανη κρούστα, μια θαμπάδα, σαν το σημάδι που αφήνουν τα κρύσταλλα όταν συνέρχονται από αλλεπάλληλα στρώματα σκόνης και βρόμικης βροχής. Έκανε ένα βήμα μπροστά, σαν να 'σπαγε την απαγορευτική γραμμή και να περίμενε το συναγερμό να χτυπήσει. Δε χτύπησε και πλησίασε κι άλλο. Η στητή στάση της κλονίστηκε, μια αναποφάσιστη πιθανότητα καμπύλης, σύγκλιση όλο απελπισία ή απόκλιση παραπληρωματική, αυτόματη, αναπόφευκτη, όλα σχεδόν αξιωματικά για να μην είναι πολύ μοιρολατρικά. Είχε φτάσει σχεδόν στην ανάσα της, στο σημείο που κάμπτονται όλα, δεν ισχύει τίποτα, μόνο μια ανυπόμονη αναρχία, μόνο τα αρχέγονα άτομα που δεν παίρνουν σχήμα, τρέχουν σαν τρελαμένα στο κενό φυγόκεντρα από τον πυρήνα. Έπεσε πάνω στα χείλη της όπως θα έπεφτε για να κατατροπώσει κάθε σκέψη, να προελάσει και στη λογική, σε κάθε εμπόδιο, για να ακολουθήσουν απροστάτευτες οι αισθήσεις, φαουστικές, παντοδύναμες. Σύρθηκε στο πιγούνι, στο λαιμό της, γαντζώθηκε στο στήθος της και η η συγκόλληση φόρτισε με σφοδρότητα το πεδίο. Ο κραδασμός δεν είχε ήχο, τον καταβρόχθισε. Η δύναμη δεν είχε φόρα, την εκμηδένισε. Είχαν αναληφθεί αλλού, πέρα από τα βαρυτικά σαγόνια, ή η ίδια η γη είχε γίνει μια νησίδα που ξεμάκραινε μόνη της, γιατί οι δυο τους την εκπορθούσαν ασυλλόγιστα κι αυτή τους άφηνε. Τους άφηνε κρυφοκαμαρώνοντας ακόμα δυο που πήραν τη ζωή τους σοβαρά, το διονυσιακό δικαίωμα του σταυροφόρου, το πεπρωμένο του λάφυρου και ανάμεσά τους μια κρυμμένη πεντάλφα στον πόθο της εκπλήρωσης, εκεί στο αχόρταγο στόμα, την πρώτη απόλαυση, ακόμα πιο κάτω, στους γοφούς, την αιώνια γονιμότητα, στη ζεστή κοιλιά που τιναζόταν ολοζώντανη, πανέτοιμη και ρωμαλέα...




Φραντζέσκα Κολυβά, Ο κηδεμόνας (εκδόσεις Πατάκη, 2007)

2 σχόλια: