Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Τελευταίος σταθμός

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι πού μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα και άλλες ελπίδες,
πιό καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα πού κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στή μνήμη
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στή χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε 
σέ ταραγμένους δρόμους ποταμούς καί μέλη ανθρώπων
βαριά μία νάρκη.
Κι όμως χτές βράδυ εδώ, σέ τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σάν ένα χρέος παλιό, μονέδα πού έμεινε γιά χρόνια 
στήν κάσα ενός φυλάργυρου, καί τέλος
ήρθε ή στιγμή τής πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στό τραπέζι-
σέ τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στήν άκρη 
μιάς φθινοπωρινής μπόρας, τό φεγγάρι
ξεπέρασε τά σύννεφα, καί γίναν 
τά σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς γιά πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σέ ώρες που δέ βαστάς, σέ φίλο
πού ξέφυγε κρυφά καί φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
καί βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου 
μή σέ προλάβει ή ξενιτιά καί τόν αλλάξει
Ερχόμαστε απ' τήν Αραπιά, τήν Αίγυπτο, τήν Παλαιστίνη
τή Συρία
τό κρατίδιο
της Κομμαγηνής πού' σβησε σάν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στό μυαλό μας,
καί πολιτείες μεγάλες πού έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής γιά τις γκαμούζες
χωράφια γιά ζαχαροκάλαμα καί καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' τήν άμμο τής έρημος απ' τις Θάλασσες τού 
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σάν τό πουλί μές στό κλουβί του.
Τό βροχερό φθινόπωρο σ' αυτή τή γούβα
κακοφορμίζει τήν πληγή τού καθενός μας
ή αυτό πού θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο καί απάτη,
ή ακόμα ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα τών άλλων.
Εύκολα τρίβεται ό άνθρωπος μές στους πολέμους-
ό άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο-
χείλια καί δάχτυλα πού λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια πού μισοκλείνουν στό λαμπύρισμα τής μέρας
καί πόδια πού θά τρέχανε, κι άς είναι τόσο κουρασμένα,
στό παραμικρό σφύριγμα τού κέρδους.
Ό άνθρωπος είναι μαλακός καί διψασμένς σάν τό χόρτο
άπληστος σάν τό χόρτο, ρίζες τά νεύρα του και απλώνουν-
σάν έρθει ό Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι-
σάν έρθει ό Θέρος
άλλοι φωνάζουνε γιά νά ξορκίσουν τό δαιμονικό 
άλλοι μπερδεύονται μές στ' αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τά ξόρκια τ' αγαθά τίς ρητορείες, 
σάν είναι οί ζωντανοί μακριά, τί θά τά κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μήν είναι αυτό που μεταδίνει τή ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τά ίδια καί τά ίδια, θά μού πείς, φίλε.
Όμως τή σκέψη τού πρόσφυγα, τή σκέψη τού αιχμάλωτου
τή σκέψη
του ανθρώπου σάν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε νά τήν αλλάξεις, δέν μπορείς.
Ίσως και νά 'θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις πού κανείς δέν αγοράζει,
νά σεργιανά μέσα σέ κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τά τουμπελέκια κάτω απ' τό δέντρο τού μπαμπού,
καθώς χορεύουν οί αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ό τόπος πού τόν πελεκούν καί πού τού καίνε σάν
τό πεύκο, καί τόν βλέπεις
είτε στό σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες καί νύχτες
είτε στό πυρωμένο πλοίο πού θά βουλιάξει καθώς τό δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μές στό μυαλό καί δέν αλλάζουν 
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες μέ τά δέντρα εκείνα 
πού ρίχνουν τά κλωνάρια τους μές στά παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνονται στό χώμα και ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καί ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεύγες και λεύγες-
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τό μυαλό μας.
Κι ά σού μιλώ μέ παραμύθια καί παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι ή φρίκη
δέν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη καί προχωράει-
στάζει τή μέρα, στάζει στόν ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Νά μιλήσω γιά ήρωες νά μιλήσω γιά ήρωες: ο Μιχάλης 
πού έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' τό νοσοκομείο
ίσως μιλούσε γιά ήρωες όταν, τή νύχτα εκείνη
πού έσερνε τό ποδάρι του μές στή συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τόν πόνο μας-"Στά σκοτεινά 
πηγαίνουμε, στά σκοτεινά προχωρούμε..."
Οί ήρωες προχωρούν στά σκοτεινά.

Λίγες οί νύχτες μέ φεγγάρι πού μ' αρέσουν.


Γιώργος Σεφέρης

6 σχόλια:

  1. Απλά, υπέροχο!!!

    ..Κι ά σού μιλώ μέ παραμύθια καί παραβολές
    είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα....


    Καλό βράδυ,καλό ΣΚ!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. σπουδαίο ποίημα, σπουδαίου δημιουργού!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Alks

    Είναι τόσο επίκαιρο και εύστοχο! Η ποίηση εκτός των άλλων είναι και γλυκά καυστική.

    Να είσαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΛΥΧΝΟΣ ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

    Ευτυχώς που υπάρχει η ποίηση και ακόμα περισσότερο που υπήρξαν εξαιρετικοί ποιητές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. anatrixiasa...
    panemorfes thlimenes nixtes me fegari...

    ΑπάντησηΔιαγραφή