Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Πρωτομαγιάς λόγια


124 φορές πρέπει να προσπαθήσουμε να εξυγιάνουμε την ψυχή μας. 124 φορές να αναπληρώσουμε τους φόρους του παρελθόντος, 124 φορές να ανακτήσουμε τις εργατικές μας δυνάμεις. 124 χρόνια από τότε. Από εκείνη την ημέρα στο Σικάγο που άλλαξε τον κόσμο της εργασίας. Περισσότερο από ποτέ η Πρωτομαγιά δηλώνει παρούσα ως παράδειγμα, ως θύμηση και υποκίνηση. Όταν πάντα η καταστολή της διαμαρτυρίας αποτελούσε την αξία της ύπαρξης εξουσίας, η ίδια η συγκέντρωση των ανθρώπων αποκτά οικουμενική διάσταση και δημιουργεί κύματα ανατέλλοντος ήλιου στις χώρες. Το Νεπάλ, η Κωνσταντινούπολη ύστερα από 34 χρόνια, η Κούβα, η Ασία, η Ευρώπη, η Αμερική μεθούν στην ευωδιά των λουλουδιών. Το ΔΝΤ είναι εδώ, πιο κοντά από ποτέ. Τελικά θα βοηθηθούμε, θέλει δε θέλει η Γερμανία θα μας δώσει ένα κομμάτι ψωμί. Θέλουμε δε θέλουμε κι εμείς θα τρώμε μισή φραντζόλα από τη μία που συνηθίζαμε να τρώμε. Αλλά η θύμηση έρχεται και μας τρομοκρατεί από τον ευφησυχασμό χρόνων τώρα. Λόγια πολλά λένε όσοι δεν έχουν τι να πουν. Τα πρωτομαγιάτικα λουλούδια δηλώνουν όσους στεφανώθηκαν το οκτάωρο, το δικαίωμα στην εργασία αλλά όχι στην αυταξία της εργασίας. Λίγες ώρες ήλιου, λίγες σταγόνες αίματος, πολλές πνοές ζωής. 1η Μαίου 1976 δολοφονήθηκε ο Αλέξανδρος Παναγούλης, μια φιγούρα που επικαλούνται πολλοί για να καταδείξουν τον ψευτοϊδανισμό τους. "Δεν υπάρχει, κύριοι στρατοδίκαι, ωραιότερο κύκνειο άσμα για κάθε αγωνιστή, από τον επιθανάτιο ρόγχο μπροστά στα πολυβόλα του εκτελεστικού αποσπάσματος της τυρανίας", είχε πει μπροστά στην στιγμή της εκτέλεσής του ο Αλέκος. Η ντομπροσύνη όμως δε δανείζεται ούτε και χαρίζεται, αποκτιέται. Πέρα από χρώματα, όλοι θυμήθηκαν και πέρα από χρώματα πρέπει όλοι να θυμούνται. 8-8-8 μια αξιοπρεπή διαβίωση και όχι μια απλή επιβίωση. Λίγα λόγια για την Πρωτομαγιά. Όμως, ας σωπάσω.
Ο Γιάννης Ρίτσος τα είπε όλα. Για όλους εκείνους του Μαγιού...:


Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θα 'ν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας

(...)

Να 'χα τ' αθάνατο νερό
ψυχή καινούργια να 'χα
να σού 'δινα να ξύπναγες
για μια στιγμή μονάχα

Να δεις, να πεις, να το χαρείς
ακέραιο τ' όνειρό σου
να στέκεται ολοζώντανο
κοντά σου, στο πλευρό σου

Βροντάνε στράτες κι αγορές
μπαλκόνια και σοκάκια
και σου μαδάμε οι κορασιές
Λουλούδια στα μαλάκια

Με τα χεράκια σου τα δυο
τα χιλιοχαϊδεμένα
όλη τη γης αγκάλιαζα
κι όλα ήτανε για μένα

(...)

Γιε μου ποια μοίρα στο ’γραφε,
και ποια μου το’ χε γράψει.
Τέτοιον καημό τέτοια φωτιά,
στα στήθια μου ν’ ανάψει.

Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες,
μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών
έμπα βαθιά και ζήσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου