Θ' ἀφήσω / τὴ λευκή χιονισμένη κορυφή / ποὺ ζέσταινε μ' ἕνα γυμνό χαμόγελο / τὴν ἀπέραντη μονωσή μου. // Θὰ τινάξω ἀπ' τοὺς ὤμους μου / τὴ χρυσή τέφρα τῶν ἄστρων, / καθὼς τὰ σπουργίτια / τινάζουν τὸ χιόνι / ἀπ' τὰ φτερά τους. // Ἔτσι σεμνός, ἀνθρώπινος, ἀκέριος / ἔτσι πασίχαρος κι ἀθῶος / θὰ πέρασω / κάτω ἀπ' τὶς ἀνθισμένες ἀκακίες / τῶν χαδιῶν σου / καὶ θὰ ραμφίσω / τὸ πάμφωτο τζάμι τοῦ ἔαρος!.. // [] Κοίταξε, ἀγαπημένη, / πῶς σὲ κοιτάζουν τὰ λυπημένα χέρια μου! // Σὰ δυό παιδιά ὀρφανά, / ποὺ κλαίγαν μὲς στὸ βράδυ, / χωρὶς ψωμί, / καὶ κοιμηθῆκαν τρέμοντας / πάνω στὸ χιόνι. [] // Ἀγαπημένη, / κοίταξε πῶς διστάζουν / τὰ νυχτωμένα χέρια μου. // [] Βηματίζεις / μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου / μ' ἕνα πλατύ ἀνοιξιάτικο φόρεμα, / ποὺ εὐωδιάζει πράσινα φύλλα, / φρεσκοπλυμένο οὐρανό / καὶ φτερά γλαρῶν / πάνω ἀπὸ θάλασσα πρωινή... Ἡ κωδωνοκρουσία τοῦ φωτός / μας ὑποδέχεται / στὸ ξανθό ἀκροθαλάσσι. // Ἡ αὐγή περνάει στὴν ἀμμουδιά / βρέχοντας μόλις τὰ γυμνά της πέλματ...